Ο καφές δεν είναι ένα...μπρίκι στη φωτιά, αλλά μια τέχνη που σπουδάζεται και απαιτεί πάθος και μεράκι- Πώς υποδέχονται οι Έλληνες την επιβολή νέου φόρου στην αγαπημένη τους συνήθεια

Typography

Για «σεισμό» στα έσοδα των επιχειρήσεων περί τον καφέ, αλλά και «φωτιά» στην τσέπη των καταναλωτών, κάνουν λόγο οι παράγοντες της αγοράς, ως αποτέλεσμα της επικείμενης επιβολής νέου φόρου στον καφέ.

 

Ωστόσο, υπάρχουν κι εκείνοι, που επιλέγουν να βλέπουν το ποτήρι μισογεμάτο και αναζητούν ήδη τα πρόσθετα εργαλεία που θα πρέπει να «επιστρατευθούν» στα... μπρίκια, ώστε η ανησυχία να μην αφορά την επιβίωση, αλλά την ισόβια κατάκτηση του .... ουρανίσκου των Ελλήνων.
«Οι Έλληνες απολαμβάνουμε τον καφέ και η κατανάλωσή του έχει συνδυαστεί με την ψυχαγωγία και τη διασκέδασή μας. Έτσι εκτιμώ ότι η αγαπημένη μας συνήθεια μπορεί μεν να περιοριστεί λόγω κρίσης και αύξησης της τιμής μέσω ειδικού φόρου, αλλά δεν θα εκλείψει» λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ανεξάρτητος barista, εκπαιδευτής και πιστοποιημένος κριτής για εθνικά πρωταθλήματα στην ΕΕ, από τους AST Europe και τον Speciality Coffee Association of Europe (SCAE), Βαλάντης Λαμπριανίδης.


Στον αντίποδα, όπως εξηγεί, στην Ευρώπη, ο καφές αποτελεί μια απλή... οργανική ανάγκη για τους πολίτες, διαπίστωση που αποτυπώνεται στον χρόνο που δαπανούν για να την καλύψουν. Τους παίρνει το πολύ δέκα λεπτά για να πιουν τον καφέ τους σε ένα μαγαζί έξω, τη στιγμή που οι Έλληνες μπορούν να κάθονται κυριολεκτικά για ώρες γύρω από ένα τραπέζι με την παρέα τους, πίνοντας μόνο το αγαπημένο τους ρόφημα. «Αυτή είναι η διαφορά που δικαιολογεί και το γεγονός ότι ο καφές στα μαγαζιά της χώρας μας είναι ακριβότερος ως και 50 λεπτά» σημειώνει.
Αναφερόμενος στην επιβολή νέου φόρου στον καφέ, ο κ. Λαμπριανίδης εκτιμά ότι «θα ταρακουνηθεί το επιχειρείν στον κλάδο» και εξηγεί: «Η αγορά του ωμού καφέ, πριν καβουρντιστεί, θα φτάνει στους Έλληνες εισαγωγείς από τις χώρες παραγωγής ακόμα και σε διπλάσια τιμή. Αλλά το κλειδί για την επιτυχία ενός επιχειρηματία στον κλάδο, είναι να καταστήσει το μαγαζί του στέκι, όχι μόνο λόγω φιλικού και χαλαρού περιβάλλοντος, αλλά κυρίως ως αποτέλεσμα ποιότητας και καινοτομίας σε επίπεδο γεύσεων, αλλά και παροχής υπηρεσιών γενικότερα».
Τονίζει, πάντως, ότι η «πιάτσα του καφέ» στην Ελλάδα χρήζει εκκαθάρισης και διευκρινίζει: «Δεν είναι κακό να υπάρχουν υπεράριθμα καταστήματα, αλλά είναι πλέον πιο επισφαλής από ποτέ η λειτουργία τους σε βάθος χρόνου, εφόσον δεν πληρούν τις αιτούμενες προϋποθέσεις». Ωστόσο, δίνει... ψήφο εμπιστοσύνης στους Έλληνες baristi, σημειώνοντας ότι μπορούν να διαπρέψουν και να κερδίσουν μόνιμους πελάτες. «Απλώς, δεν έχει περάσει ακόμη στη φιλοσοφία τους το τι πρέπει να κάνουν» προσθέτει.
Όπως εξηγεί, η συμμετοχή του τόσο ως κριτή σε εθνικά πρωταθλήματα καφέ, όσο και ως διαγωνιζόμενου σε παγκόσμια, του έχει δείξει πως «ο Έλληνας με λιγότερη προετοιμασία έχει περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει τις μάχες, γιατί είναι τολμηρός και καινοτόμος και βάζει πάθος και μεράκι στο μπρίκι του. Άλλοι εξασκούνται χρόνια και δεν κατορθώνουν να πάρουν το πολυπόθητο βραβείο, γιατί απλώς τα κάνουν όλα σωστά... Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα ανακηρύχθηκε τρεις φορές best coffee nation, έχοντας μάλιστα κερδίσει τα περισσότερα παγκόσμια πρωταθλήματα του καφέ.

Η κρίση δημιούργησε απαιτητικούς πελάτες κι έτσι...ανέβηκε ο πήχης
Στα χρόνια της οικονομικής κρίσης ο Έλληνας καταναλωτής μπορεί να μην απαρνήθηκε τις αγαπημένες του συνήθειες, αλλά αναγκάστηκε να τις περιορίσει, τονίζει ο κ. Λαμπριανίδης και διευκρινίζει: «Πλέον δεν θα πιούμε πέντε καφέδες μέσα στην ημέρα, αλλά έναν. Επομένως, το ποσό των τριών ευρώ που θα δαπανήσει κάποιος για να απολαύσει τον καφέ του θα σκεφτεί πού θα το δώσει. Η κρίση έκανε πιο απαιτητικούς τους καταναλωτές και ανέβασε τον πήχη για τους καταστηματάρχες του κλάδου».
Υπογραμμίζοντας ότι ο καφές δεν είναι απλή υπόθεση, αλλά τέχνη και επάγγελμα που απαιτεί εκπαίδευση, πιστοποίηση και εγρήγορση, προκειμένου κάποιος να προηγείται των τάσεων που επικρατούν στην αγορά, ο κ. Λαμπριανίδης σημειώνει: «Δεν λέω ότι θα πρέπει κάποιος barista να δοκιμάζει συνταγές επί επτά χρόνια προκειμένου να τις εισάγει στο κατάστημά του, όπως ένας Κορεάτης έκανε για να διεκδικήσει τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή, αλλά είναι σαφές ότι οφείλει να σερβίρει όχι απλώς ένα ρόφημα. Πρέπει να βάλει στο μπρίκι του και το ποτήρι του καταναλωτή, πάθος, μεράκι και ψυχή, συστατικά που εγγυημένα θα τον κερδίσουν και θα τον καταστήσουν θαμώνα του καταστήματός του».
Πάντως, αν και με βραδύτερο ρυθμό έναντι του επιθυμητού, η εικόνα στην ελληνική αγορά αλλάζει τα τελευταία πέντε χρόνια, με τους ιδιοκτήτες των καφέ να έχουν αντιληφθεί τη σημασία τού να επενδύουν στην εξειδίκευσή τους. Απόδειξη αυτού αποτελεί -σύμφωνα με τον κ. Λαμπριανίδη- το ότι ενώ προ πενταετίας μόλις 200 άτομα ετησίως του ζητούσαν να τους εκπαιδεύσει στην τέχνη του καφέ, σήμερα ο αριθμός αυξήθηκε στα 600. Πρόκειται για άτομα 18-30 χρόνων με 40% από αυτά να «προχωρούν στην εξέλιξη της τέχνης τους, επειδή είναι παθιασμένοι με το πεδίο» και το υπόλοιπο ποσοστό να αφορά ανθρώπους που «βλέπουν την αγορά ως τη μοναδική διέξοδο σε επαγγελματικό επίπεδο, ακόμα και αν έχουν σπουδές σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα».
Σημειώνεται ότι η εκπαίδευση διαρκεί μια εβδομάδα, δηλαδή 25 διδακτικές ώρες και κοστίζει περίπου 300 ευρώ. Μεταξύ άλλων, ο κ. Λαμπριανίδης που έχει κληθεί από μεγάλους ομίλους του εξωτερικού (Τουρκία, Ιταλία, Γερμανία κ.α.) για να εκπαιδεύσει και να πιστοποιήσει το προσωπικό τους στην τέχνη του καφέ, σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: «Οι Έλληνες μπορεί δύσκολα να υιοθετούν ξενόφερτες γεύσεις, αφού η πιστότητα στην παράδοση είναι στο dna τους, ωστόσο όσο πιο εκπαιδευμένοι είναι οι baristi, τόσο πιο πιθανόν είναι να εκπαιδευτούν και οι καταναλωτές».
Αναγνωρίζοντας τη δυσκολία τού να εισάγεις νέα είδη καφέ στην ελληνική πραγματικότητα, με τις πωλήσεις του ελληνικού και στιγμιαίου καφέ να διατηρούν τα σκήπτρα και να βρίσκονται σε όλα τα ελληνικά σπίτια, ο κ. Λαμπριανίδης σημειώνει: «Μπορεί αυτό να μην μπορέσει να το κερδίσει καμία γεύση και κανένα είδος, αλλά δεν αποκλείεται να καταστεί εφικτό, ο Έλληνας να αυξήσει τα είδη στο ντουλάπι του, εφόσον πειστεί και εκπαιδευτεί».
Για παράδειγμα, ο espresso τα τελευταία τέσσερα χρόνια «δίνει μάχες» να κερδίσει τους Έλληνες και, όπως λέει ο κ. Λαμπριανίδης, «ναι μεν έχουν γίνει βήματα, αλλά όχι στον βαθμό που κάποιος θα περίμενε». Εξηγεί, δε, ότι οι πολυεθνικές μπήκαν στη διαδικασία να κατασκευάσουν μηχανές για διάφορα είδη καφέ, προκειμένου να μπουν στα σπίτια των καταναλωτών. Εκεί είναι το κλειδί της επιτυχίας για τη διάδοση ενός καφέ. Να αποκτήσει μία θέση στο ντουλάπι κάθε σπιτιού. Όσο για τον καφέ σε πακέτο, ο Έλληνας δεν ήταν ποτέ οπαδός της πρακτικής αυτής και το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια “ενδίδει”, είναι καθαρά και μόνο λόγω τιμής».

Ο φόρος που έρχεται
«Πικρό» καφέ για εκατομμύρια καταναλωτές θα φέρει ο νέος φόρος που επιβάλλεται σε ένα είδος μαζικής κατανάλωσης. Η φορολόγηση του καφέ που σχεδιάζει το οικονομικό επιτελείο θα ακριβύνει κατά 20% με 25% την αγαπημένη συνήθεια των Ελλήνων. To μέτρο «ψήνεται» στο πλαίσιο του πακέτου έμμεσων φόρων ύψους 1,8 δισ. ευρώ που απαιτείται για να κλείσει η αξιολόγηση. Πρόθεση της κυβέρνησης είναι να φορολογήσει κατά 1 έως 2 ευρώ ανά κιλό τον καφέ κατά την εισαγωγή του ως πρώτη ύλη, ή επεξεργασμένο, με σκοπό να αντλήσει έσοδα ύψους 100 εκατ. ευρώ. Η φορολόγηση σε συνδυασμό με την αύξηση του ΦΠΑ από το 23% στο 24% σημαίνει αύξηση 40-60 λεπτών στη συσκευασία των 200 γραμμαρίων καφέ (που είναι και η πιο συνηθισμένη στην κατανάλωση) ή αλλιώς σε αύξηση της τάξης του 25% από τη σημερινή τιμή. Στελέχη από τον χώρο των σούπερ μάρκετ αναφέρουν ότι η εφαρμογή του φόρου θα επιβαρύνει σημαντικά ένα προϊόν, που είναι ιδιαίτερα οικονομικό.
Σύμφωνα δε με τους εκπροσώπους των Πανελληνίου Συλλόγου Καφεκοπτών Ελλάδας και Πανελληνίου Συνδέσμου Καφεκοπτών, η επιβολή του φόρου στη σημερινή του μορφή επιβαρύνει δυσανάλογα τις εταιρείες που εισάγουν, επεξεργάζονται και διαθέτουν στην αγορά τον ωμό καφέ και οι οποίες είναι, ως επί το πλείστον, βιοτεχνίες και μεταποιητικές επιχειρήσεις, οι περισσότερες εξ αυτών δε, οικογενειακές επιχειρήσεις.
Με την επιβολή του φόρου, όπως υποστηρίζουν οι δύο ενώσεις, απειλούνται με λουκέτο περισσότερες από 1.000 επιχειρήσεις, ενώ ο άμεσος κίνδυνος αφορά τη μείωση των θέσεων εργασίας σε όλο το φάσμα της αγοράς του καφέ, στο οποίο σήμερα απασχολούνται περισσότεροι από 200.000 άνθρωποι (εισαγωγείς, καφεκοπτεία, κατασκευή μηχανών καφέ, σημεία εστίασης)».
Το βασικό πρόβλημα εφαρμογής του νέου νόμου, αφορά την επιβάρυνση των δύο ευρώ ανά κιλό καθαρού βάρους στον ωμό καφέ, δεδομένου ότι η ποσοστιαία αύξηση στη συγκεκριμένη κατηγορία, όπως επισημαίνεται από τον σύνδεσμο και τον σύλλογο που εκπροσωπούν τις επιχειρήσεις του κλάδου, είναι έως και 15 φορές μεγαλύτερη, σε σχέση με τις άλλες κατηγορίες και αφορά αποκλειστικά τις ελληνικές βιοτεχνίες και καφεκοπτεία. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το ποσοστό επιβάρυνσης στον ωμό καφέ προς επεξεργασία είναι 67%-100%, τη στιγμή που η αντίστοιχη επιβάρυνση στον καφέ σε κάψουλα (αναγωγή ανά κιλό βάρους) είναι 6%-10% και στον κατεψυγμένο καφέ (εκχύλισμα) 7-9%.
Το μεγαλύτερο πλήγμα από τη νέα φορολόγηση θα δεχτεί ο ελληνικός καφές, δεδομένου ότι εισάγεται πάντοτε ωμός, τη στιγμή που άλλοι τύποι καφέ εισάγονται απευθείας ως τελικό προϊόν (κάψουλες, κατεψυγμένος). «Ως αποτέλεσμα αυτού, ο ελληνικός καφές θα έχει μια ραγδαία αύξηση τιμής που θα καθιστά ασύμφορη τόσο την εισαγωγή του, όσο και τη διάθεσή του από τους χώρους εστίασης» αναφέρει σχετική ανακοίνωση των καφεκοπτών.

Έλενα Αλεξιάδου

 


ΑΠΕ-ΜΠΕ